Η Στρατιωτική Επιθεώρηση είναι το επίσημο περιοδικό του ΓΕΣ. Από το 1883 μέχρι σήμερα, έχει φιλοξενήσει στις σελίδες του, μελέτες και άρθρα στρατιωτικών εν ενεργεία και αποστράτων, πανεπιστημιακών δασκάλων καθώς και επιφανών λογίων και ερευνητών.
Η Στρατιωτική Επιθεώρηση είναι το επίσημο περιοδικό του ΓΕΣ. Από το 1883 μέχρι σήμερα, έχει φιλοξενήσει στις σελίδες του, μελέτες και άρθρα στρατιωτικών εν ενεργεία και αποστράτων, πανεπιστημιακών δασκάλων καθώς και επιφανών λογίων και ερευνητών.
Γενικό Επιτελείο Στρατού
Διεύθυνση: Στρατόπεδο ΠΑΠΑΓΟΥ, Μεσογείων 227-231, Χολαργός
Τ.Κ.: 15561 - Ελλάδα
Τηλ.: 2106555911
Supervised by ΚΕ.Π.Υ.Ε.Σ 2020 Το ΚΕ.Π.Υ.Ε.Σ εφαρμόζει Πιστοποιημένο Σύστημα Διαχείρισης Ασφάλειας Πληροφοριών EN ISO 27001:2013 |
Newsroom eleftherostypos.gr
Η Επανάσταση του 1821 έχει ένδοξες στιγμές γεμάτες ηρωισμό από τους Ελληνες που δεν δίστασαν να τα βάλουν με τους πολυάριθμους Τούρκους και στο τέλος να αποτινάξουν τον ζυγό φέρνοντας την πολυπόθητη λευτεριά.

Το ET Magazine του EleftherosTypos.gr σας παρουσιάζει κάποιες από τις μάχες που εξελίχθηκαν σε θρίαμβο των Ελλήνων αλλά και που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του αγώνα.
O Ομέρ Βρυώνης μόλις είχε περάσει από την Αλαμάνα σουβλίζοντας τον Αθανάσιο Διακο που αντιστάθηκε μέχρι τέλους. Πριν ξεκινήσει την εκστρατεία του κατά της Πελοποννήσου, διέταξε τους πιστούς του καπεταναίους της Δυτικής Ελλάδας να μαζευτούν στη Γραβιά Φωκίδος για να τους πάρει μαζί του. Μέσα στα προσκλητήρια ήταν και αυτό στον Οδυσσέα Ανδρούτσο ο οποίος όμως είχε άλλα σχέδια.
Στις 3 Μαΐου του 1821, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος έφθασε στη Γραβιά με τον Κοσμά Σουλιώτη, τον Ευστάθιο Κατσικογιάννη και μία ομάδα από 100 περίπου άνδρες. Κάλεσε και άλλους καπεταναίους όπως τους Πανουργιά και Δυοβουνιώτη και τους ζήτησε να κλειστούν στο χάνι της Γραβιάς και να ανακόψουν την πορεία του Ομέρ Βρυώνη.
Όμως ούτε ο Πανουργιάς, ούτε ο Γιάννης Δυοβουνιώτης δέχτηκαν και προτίμησαν να οχυρωθούν σε άλλα σημεία. Ο Ανδρούτσος με τους άνδρες του κλείστηκαν μέσα στο Χάνι της Γραβιάς. Ο Ομέρ Βρυώνης εύκολα πέρασε τους καπεταναίους που ήταν έξω από αυτό αλλά όταν έφτασε στο Χάνι άκουγε τραγούδια και έβλεπε τους χορούς., Ο Ανδρούτος με τους άνδρες του είχαν στήσει τρελό γλέντι εξοργίζοντας τον Βρυώνη.
Εστειλε τον Χασάν-δερβίση για να πει στον Ανδρούτσο να παραδοθεί. Όμως ο Ανδρούτσος δεν δέχτηκε και η διαπραγμάτευση έγινε υβριστική, με αποτέλεσμα ο δερβίσης να πέσει νεκρός από σφαίρα του Ανδρούτσου. Οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο πανδοχείο, αλλά αποκρούσθηκαν με μεγάλη ευκολία.
Ο Βρυώνης βλέποντας τους άνδρες του να πέφτουν από τα πυρά των Ελλήνων, διέταξε να φέρουν κανόνια για να ανατινάξει το κτίριο αλλά μέχρι να έρθουν οι Ελληνες είχαν καταφέρει να εγκαταλείψουν το Χάνι και να ξεφύγουν.
Πάνω από 300 Τούρκοι σκοτώθηκαν και 600 είχαν τραυματιστεί ενώ οι Έλληνες έχασαν μόνο 6 πολεμιστές. το πιο σημαντικό ήταν ότι εμποδίστηκε η κάθοδος του Ομέρ Βρυώνη στην Πελοπόννησο, όπου η επανάσταση ακόμα δεν είχε εδραιωθεί.
Η πρώτη μεγάλη νίκη του Κολοκοτρώνη. Ο «Γέρος του Μοριά» πολιορκώντας την Τρίπολη είχε στήσει στρατόπεδα στις γύρω περιοχές και μέσα σε αυτές ήταν και το Βαλτέτσι. Στις 24 Απριλίου, ο Κεχαγιάμπεης βγήκε από την Τρίπολη με 4.000 άνδρες και επιτέθηκε στο Βαλτέτσι. Η μάχη συνεχίστηκε βόρεια του χωριού όπου ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης είχε βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση. Σε βοήθειά του έσπευσε ο Δημήτρης Πλαπούτας χτυπώντας τους Τούρκους από τα νώτα. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν σε υποχώρηση και ο Κολοκοτρώνης τους κυνήγησε μέχρι το χωριό Μάκρη.
Τα χαράματα της 12ης Μαΐου, ο Κεχαγιάμπεης βγήκε από την Τρίπολη με 12.000 Τουρκαλβανούς με προορισμό την Καλαμάτα. Τότε κατέφθασε ο Κολοκοτρώνης, αφού ειδοποιήθηκε, με 700 άνδρες. Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι τη νύχτα χωρίς να υποχωρεί καμία πλευρά. Τα ξημερώματα της 13ης Μαΐου, οι Τούρκοι ξεκίνησαν νέα επίθεση.
Μετά από 23 ώρες μάχης ο Κεχαγιάμπεης διέταξε υποχώρηση και ο Κολοκοτρώνης τους ανάγκασε σε άτακτη φυγή, πετώντας τα όπλα τους.
Συνολικά οι Τούρκοι είχαν 300 νεκρούς και πάνω από 500 τραυματίες ενώ οι Έλληνες μόλις δύο. Οι Έλληνες, οι οποίοι πολέμησαν για πρώτη φορά κάτω από σωστή οργάνωση, πήραν θάρρος συνειδητοποιώντας την ανωτερότητά τους έναντι των Τούρκων.
Τέσσερα μεγάλα σώματα πολιορκητών για μήνες ήταν γύρω από την Τριπολιτσά. Κολοκοτρώνης, Γιατράκος, Αναγνωσταρας και Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης είχαν σχηματίσει έναν κλοιό από 15000 άνδρες. Τέλη Αυγούστου έφτασε από την Μασσαλία με πλοίο του ο Σκώτος φιλέλληνας Τόμας Γκόρντον, με Έλληνες και φιλέλληνες εθελοντές, τρία πυροβόλα και εξακόσια τουφέκια.
Από τα χαράματα της 23ης Σεπτεμβρίου του 1821 όλη η Τριπολιτσά ήταν σε μεγάλη αναστάτωση: οι Αλβανοί ετοιμάζονταν να βγουν ενώ οιΤούρκοι συζητούσαν για νέες διαπραγματεύσεις με τους Έλληνες. Συνέπεια αυτής της αναστάτωσης ήταν να μείνει αφρούρητο το κανονοστάσιο της πύλης της Ναυπλίας.
Σύμφωνα με τον Τρικούπη, τις εννέα η ώρα το πρωί πενήντα άντρες, με δική τους πρωτοβουλία, ανέβηκαν στο τείχος πατώντας ο ένας στους ώμους του άλλου, άνοιξαν την πύλη και ύψωσαν την ελληνική σημαία. Οι Τούρκοι σήμαναν συναγερμό, οι Έλληνες άνοιξαν κι άλλες πύλες, κι όρμησαν όλοι μέσα στην πόλη. Από αυτούς που «εισεπήδησαν το τείχος» ο Τρικούπης αναφέρει μόνο το όνομα του αγωνιστή Παναγιώτη Κεφάλα.
Κατά τον Φιλήμονα πρωτεργάτης της άλωσης ήταν ο Εμμανουήλ Δούνιας και κατά τον Φωτάκο οι Εμμανουήλ Δούνιας και ο Σπετσιώτης Αυραντίνης. Αυτοί είχαν συνδεθεί με φιλία με ένα Τούρκο πυροβολητή που τους ανεβοκατέβαζε συχνά στο τείχος με σχοινιά. Επωφελούμενος της αναστάτωσης της ημέρας ο Δούνιας ανέβηκε πάλι με σχοινί που του έριξε ο Τούρκος φίλος του, τον συνέλαβε και κάλεσε με χειρονομίες τους Έλληνες που βρίσκονταν κοντά, οι οποίοι ανέβηκαν στο τείχος όπως περιγράφει και ο Τρικούπης. Ύστερα έστρεψε τα πυροβόλα κατά της πόλης και άρχισε να κτυπά το σαράι.
Η σφαγή που ακολούθησε την κατάληψη της πόλης από τον στρατό του Κολοκοτρώνη ήταν τρομακτική. «Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη…Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες», έγραψε αργότερα ο Κολοκοτρώνης.
Τα αποτελέσματα της Αλωσης ήταν ότι η ελληνική Επανάσταση εφοδιάστηκε με 11.000 όπλα, εμψυχώθηκε και απέκτησε όνομα στο εξωτερικό, καθώς μεγάλες ήταν οι αναφορές του διεθνούς Τύπου.
Στις 6 Ιουλίου του 1822 με 25.000 άνδρες στρατοπέδευσε στην Κόρινθο. Βασικός του στόχος ήταν η ανακατάληψη της Τριπολιτσάς και η κατάπνιξη της Επανάστασης στον Μοριά με τη βοήθεια του στόλου, που θα κατέπλεε στον Αργολικό Κόλπο.
Παρακούοντας τους τοπικούς τούρκους ηγέτες, οι οποίοι τον συμβούλευσαν να κάνει ορμητήριό του την Κόρινθο κι έχοντας μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, ο Δράμαλης διέταξε τον στρατό του να προελάσει προς το Ναύπλιο για να λύσει την πολιορκία του. Αφού κατέλαβε τον Ακροκόρινθο, έφθασε ανενόχλητος στο Άργος και στρατοπέδευσε έξω από την πόλη στις 12 Ιουλίου. Οι επαναστάτες πιάστηκαν στον ύπνο και δεν μπόρεσαν να υπερασπίσουν τα μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενά, από τα οποία διήλθε η τουρκική στρατιά.
Ο Κολοκοτρώνης κατόρθωσε να περιορίσει τον στρατό του Δράμαλη στην Αργολίδα και να ματαιώσει την πορεία του προς την Τριπολιτσά και τον ανάγκασε να πάρει την απόφαση να επιστρέψει στην Κόρινθο. Το σχέδιο υποχώρησης του Δράμαλη έγινε αντιληπτό από τον Κολοκοτρώνη και παρά τις διαφωνίες των προκρίτων, έσπευσε να καταλάβει τις στενές διαβάσεις που οδηγούσαν από το Άργος στην Κόρινθο, με 2.500 άνδρες.
Στις 26 Ιουλίου 1822 στα στενά των Δερβενακίων, οι Τούρκοι έχασαν πάνω από 3.000 άνδρες. Ο Δράμαλης και οι εναπομείναντες άνδρες του προσπάθησαν να διαφύγουν την επομένη από την κλεισούρα του Αγιονορίου. Όμως, ο Νικηταράς, ο Υψηλάντης και ο Παπαφλέσσας ήταν κι εκεί για να προκαλέσουν νέες βαριές απώλειες στον Δράμαλη στις 28 Ιουλίου.
Ο Κολοκοτρώνης ανακηρύχθηκε από την Κυβέρνηση Αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου, κατ’ απαίτηση των οπλαρχηγών αλλά το κυριότερο ήταν ότι η Επανάσταση είχε διασωθεί.
Στις 4 Μαρτίου 1827, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης θριαμβεύει επί του Κιουταχή στο Κερατσίν. Ο Κιουταχής επιχείρησε επίθεση με 4.000 πεζούς και 2.000 ιππείς. Αρχικά στράφηκε σ’ ένα οχυρωμένο μετόχι, που το υπερασπίζονταν ο Τούσας Μπότσαρης, ο Γαρδικιώτης Γρίβας και ο Νικόλαος Κασομούλης, με τους λιγοστούς άνδρες τους. Αφού το κανονιοβόλησε, ετοιμάστηκε γύρω στο μεσημέρι για την τελική έφοδο.
Βλέποντας ο Καραϊσκάκης την κρισιμότητα της κατάστασης, επιχείρησε αντιπερισπασμό, τον οποίο όμως αντιλήφθηκε ο Κιουταχής και χώρισε τις δυνάμεις του στα δύο. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή, όταν εμφανίστηκε το ιππικό του Χατζημιχάλη Νταλιάνη, που τους προξένησε βαρύτατες απώλειες.
Οι απώλειες των Τούρκων ήταν σημαντικές για τη δύναμη που παρέταξαν. Οι νεκροί ανήλθαν σε 300 και οι τραυματίες σε 500 άνδρες. Οι Έλληνες έχασαν 3 άνδρες, ενώ τραυματίστηκαν περί τους 25.
Ηταν ο τελευταίος μεγάλος θρίαμβος του Καραϊσκακη ως αρχιστράτηγος καθώς λίγες μέρες αργότερα, θα του αφαιρεθεί η αρχιστρατηγία της Ρούμελης με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας.
Ηταν η τελευταία μάχη του Αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία και έγινε στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 στην Πέτρα της Βοιωτίας, μεταξύ Θήβας και Λιβαδειάς.
Τον Αύγουστο του 1829 και ενώ η Πελοπόννησος είχε απελευθερωθεί ο Τουρκαλβανός πολέμαρχος Ασλάν Μπέης Μουχουρδάρης, είχε την αποστολή να μαζέψει όλη την τουρκική στρατιά και να την οδηγήσει στην Αδριανούπολη για να αντιμετωπίσουν τους Ρώσους.
Ο Υψηλάντης έστησε ενέδρα στην τουρκική στρατιά που αποτελούνταν από 7.000 στρατιώτες στη στενή δίοδο της Πέτρας. Ηταν μία από τις λίγες φορες που οι Ελληνες παρουσίασαν τακτικό στρατό αποτελούμενο από 4.000 άνδρες. Ο Υψηλάντης δημιούργησε οχυρώματα και τα χαράματα της 12ης Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι προσπάθησαν να τα εράσουν. Οι Τουρκαλβανοί ήταν οι πρώτοι που υποχώρησαν παρασύροντας και τους υπόλοιπους Τούρκους, που κινδύνευαν να περικυκλωθούν.
Οι Έλληνες είχαν 3 νεκρούς και 12 τραυματίες, ενώ οι Τούρκοι άφησαν στο πεδίο της μάχης περίπου 100 νεκρούς και 4 σημαίες. Την επομένη της μάχης (13 Σεπτεμβρίου) ο τούρκος διοικητής Οσμάναγας Ουτσιάκαγας, που ενδιαφερόταν να εκτελέσει τις διαταγές της Πύλης και να βρεθεί στη Θράκη, προσφέρθηκε να συνθηκολογήσει με τους Έλληνες, προκειμένου να περάσει τα στενά της Πέτρας.
Οι Έλληνες δέχθηκαν, υπό τον όρο να παραδώσουν την περιοχή από τη Λιβαδιά ως τις Θερμοπύλες και την Αλαμάνα. Έπειτα από διαπραγματεύσεις που κράτησαν όλη τη μέρα, η συνθήκη υπογράφηκε τη νύχτα της 13ης προς τη 14η Σεπτεμβρίου. Αυτή ήταν η πρώτη συνθηκολόγηση Τούρκων στο πεδίο μάχης.
[dynamic-sidebar id=”post-area-diabaste”]

Στις 11 Νοεμβρίου 2018 ολοκληρώνονται 100 χρόνια από το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με εκδηλώσεις να είναι σε εξέλιξη σε όλη την Ευρώπη, ως υπενθύμιση πως κάποτε η (τόσο «μοντέρνα» και «πολιτισμένη» σήμερα) ήπειρός μας αποτέλεσε θέατρο τρομακτικών συγκρούσεων στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν- και μάλιστα θα τις επαναλάμβανε περίπου 30 χρόνια αργότερα, σε έναν «δεύτερο γύρο», εξίσου καταστροφικό.
Η κληρονομιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αν και συχνά επισκιάζεται από αυτήν του Δευτέρου, είναι βαριά από πολλές απόψεις- και κάποιες χώρες τη φέρουν μεγαλύτερη, δεδομένης της συμμετοχής τους. Στην περίπτωση της Ελλάδας, θα έλεγε κανείς ότι είναι σε μεγάλο βαθμό ξεχασμένη (τουλάχιστον, συγκριτικά με αυτήν της Μικρασιατικής Εκστρατείας και Καταστροφής που ακολούθησε, και μετέπειτα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου), ωστόσο ο «Μεγάλος Πόλεμος» επηρέασε βαθύτατα και τη χώρα μας, η οποία είχε βγει νικηφόρα από τους Βαλκανικούς Πολέμους, έχοντας διπλασιάσει τα εδάφη της.
Η Ελλάδα τήρησε ουδέτερη στάση στην αρχή του πολέμου, το 1914 μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ (Entente- Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία) και της συμμαχίας των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία και Ιταλία, η οποία όμως δεν τάχθηκε στο πλευρό των άλλων δύο κατά τον πόλεμο- αντ’αυτού, με τις κεντρικές δυνάμεις συντάχθηκαν η Βουλγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία). Η δολοφονία του διαδόχου του αυστροουγγρικού θρόνου, αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου, και της συζύγου του στο Σεράγεβο, επέφερε την κήρυξη πολέμου της Αυστροουγγαρίας στη Σερβία στις 15/28 Ιουλίου 1914 (η πρώτη ημερομηνία αντιστοιχεί στο παλιό, ιουλιανό ημερολόγιο που χρησιμοποιούσε η Ελλάδα ως το 1923 και η δεύτερη στο δυτικό, γρηγοριανό), και ακολούθησαν η κήρυξη πολέμου από τη Γερμανία στη Ρωσία και τη Γαλλία και μετά από τη Βρετανία στη Γερμανία.
Πέραν της ουδετερότητάς της, η Ελλάδα είχε δεσμευτεί προς τη Σερβία ότι θα ενεργοποιούσε την ελληνοσερβική συνθήκη συμμαχίας εάν η Βουλγαρία στρεφόταν εναντίον της. Επίσης, τον Σεπτέμβριο του 1915 αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη αγγλογαλλικά στρατεύματα προς υποστήριξη των Σέρβων, με την Αντάντ να υποστηρίζει, πως είχε, βάσει του ισχύοντος διεθνούς δικαίου, δικαίωμα να στείλει στρατεύματα στο ουδέτερο ελληνικό έδαφος. Ως εκ τούτου δημιουργήθηκε το Μακεδονικό Μέτωπο- και ακολούθως κλιμακώθηκε αυτό που θα γινόταν γνωστό ως Εθνικός Διχασμός, με την Ελλάδα να χωρίζεται σε δύο πλευρές: Αυτή του βασιλιά Κωνσταντίνου, που ήθελε συνέχιση της ουδετερότητας, και του Ελευθερίου Βενιζέλου, που ήθελε η Ελλάδα να περάσει στο πλευρό της Αντάντ.
Εν τέλει, δημιουργήθηκαν δύο κυβερνήσεις- της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, όπου ο Βενιζέλος εγκατέστησε το 1916, μαζί με τον Παύλο Κουντουριώτη και τον Παναγιώτη Δαγκλή, την Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης και συγκρότησε στρατιωτικές δυνάμεις. Στην αντιπαράθεση αυτή επικράτησε ο Βενιζέλος, ο οποίος επέστρεψε στην Αθήνα και κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις, με τον Κωνσταντίνο να εκθρονίζεται τελικά το 1917: Είχε προηγηθεί έντονη σύγκρουση του βασιλιά με την Αντάντ, η οποία κορυφώθηκε με αγγλογαλλική επίθεση στην Αθήνα, στο πλαίσιο της οποίας βομβαρδίστηκαν και τα ανάκτορα από τον γαλλικό στόλο- ενώ έλαβε επίσης χώρα γερμανοβουλγαρική εισβολή στη Μακεδονία, με παράδοση του οχυρού Ρούπελ κατόπιν εντολής της Αθήνας και παράδοση του Δ′ Σώματος Στρατού, που εστάλη στο Γκέρλιτς της Γερμανίας).
Από τον Σεπτέμβριο του 1916 η προσωρινή κυβέρνηση του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη είχε οργανώσει τρεις μεραρχίες, τη Μεραρχία Σερρών, τη Μεραρχία Αρχιπελάγους και τη Μεραρχία Κρήτης. Μετά την κήρυξη του πολέμου στις Κεντρικές Δυνάμεις, οι προσπάθειες για την ανασυγκρότηση του Στρατού επιταχύνθηκαν, με αποτέλεσμα το πρώτο εξάμηνο του 1918 η Ελλάδα να έχει παρατάξει στο πλευρό των Συμμάχων δέκα μεραρχίες. Οι συγκεκριμένες μονάδες εντάχθηκαν στις υπόλοιπες συμμαχικές δυνάμεις του Μακεδονικού Μετώπου.Οι κυριότερες μάχες στις οποίες έλαβε μέρος ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η Μάχη του Σκρα (17/30 Μαΐου 1918) και η Μάχη της Δοϊράνης (5/18 Σεπτεμβρίου 1918).
Στις 22 Μαρτίου/4 Απριλίου 1918 ο Αρχιστράτηγος Γκυγιωμά, διοικητής της Συμμαχικής Στρατιάς Ανατολής, διέταξε τον στρατηγό Ζερόμ, διοικητή της 1ης Ομάδας Μεραρχιών, να εκτελέσει ευρεία επίθεση, με σκοπό την αγκίστρωση των εχθρικών δυνάμεων στον τομέα ευθύνης του. Η ζώνη ευθύνης της 1ης Ομάδας Μεραρχιών εκτεινόταν από το χωριό Νότια έως τον Αξιό ποταμό και διέθετε την 122α Γαλλική Μεραρχία και το Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας. Το ελληνικό Σώμα, υπό τον Αντιστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, αποτελείτο από τη Μεραρχία Αρχιπελάγους, τη Μεραρχία Κρήτης και τη Μεραρχία Σερρών. Απέναντι από τις συμμαχικές δυνάμεις βρισκόταν η η 5η Βουλγαρική Μεραρχία, η οποία αποτελείτο από επτά συντάγματα. Οι εχθρικές θέσεις ήταν οργανωμένες από τον Δεκέμβριο του 1917 και ήταν ενισχυμένες με ανθεκτικά καταφύγια και συρματοπλέγματα.

Στόχος της 1ης Ομάδας Μεραρχιών ήταν η κατάληψη του Σκρα ντι Λέγκεν: Σε πρώτο χρόνο θα καταλαμβανόταν το ύψωμα Σκρα και σε δεύτερο χρόνο θα καταλαμβάνονταν τα υψώματα Τουμουλούς και Σερφ Βολάν. Την κύρια επίθεση εναντίον του Σκρα θα αναλάμβανε η Μεραρχία Αρχιπελάγους, ενώ η Μεραρχία Σερρών θα κάλυπτε το δυτικό πλευρό της Μεραρχίας Αρχιπελάγους και θα καταλάμβανε τη γραμμή Λαγκαδιά-ύψωμα Σαγράδα-ύψωμα Μπλοκ Ροσέ. Η Μεραρχία Κρήτης θα κάλυπτε το δεξιό πλευρό της Μεραρχίας Αρχιπελάγους και θα καταλάμβανε τα υψώματα 789 και 459.
Στις 16/29 Μαΐου το συμμαχικό πυροβολικό έπληξε τους αντικειμενικούς σκοπούς της επίθεσης, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας εκτελέστηκαν βολές παρενοχλήσεως και καταστροφής. Την επομένη, στις 0455, εκτοξεύτηκε η κύρια επίθεση από τη Μεραρχία Αρχιπελάγους εναντίον του υψώματος Σκρα, με την υποστήριξη πυρών πυροβολικού. Ο καιρός ήταν νεφελώδης και βροχερός και ευνοούσε την επίθεση, γιατί τύφλωνε τα εχθρικά παρατηρητήρια. Όμως το απόκρημνο έδαφος και οι ισχυρά οργανωμένες εχθρικές θέσεις επέτειναν τις δυσχέρειες της επίθεσης. Η μεραρχία επιτέθηκε υποστηριζόμενη από το συμμαχικό πυροβολικό και μετά από σύντομο αλλά σκληρό αγώνα, τα ελληνικά τμήματα κατάφεραν μέχρι τις 0700 να καταλάβουν τα υψώματα Σκρα, Τουμουλούς και Σερφ Βολάν. Η αντίδραση του εχθρού περιορίστηκε σε εκτέλεση πυκνών φραγμών πυροβολικού επί του Σκρα. Αντεπιθέσεις που εκδηλώθηκαν από τα βουλγαρικά στρατεύματα για την ανακατάληψη των εδαφών, τόσο κατά το απόγευμα όσο και κατά τη διάρκεια της νύχτας, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία από τα συμμαχικά στρατεύματα. Από την επομένη, 18/31 Μαΐου, άρχισε η οργάνωση των καταληφθέντων θέσεων. Συνελήφθησαν 1.835 Βούλγαροι αιχμάλωτοι και κυριεύθηκε άφθονο πολεμικό υλικό. Οι απώλειες της Μεραρχίας Αρχιπελάγους ανήλθαν σε 24 αξιωματικούς και 314 οπλίτες νεκρούς και 54 αξιωματικούς και 1.723 οπλίτες τραυματίες. Υπήρχαν, επίσης, 2 αξιωματικοί και 162 οπλίτες αγνοούμενοι.
Παράλληλα με τη Μεραρχία Αρχιπελάγους, η Μεραρχία Κρήτης εξαπέλυε και αυτή την επίθεσή της: Σε σύντομο χρονικό διάστημα κατέλαβε το ύψωμα 789, με την κατάληψη του υψώματος 459 να ολοκληρώνεται λίγο αργότερα. Συνελήφθησαν 210 Βούλγαροι αιχμάλωτοι, ενώ οι απώλειες της Μεραρχίας ανήλθαν σε 71 νεκρούς και 314 τραυματίες. Η Μεραρχία Σερρών, στο αριστερό, εξαπέλυσε επίθεση στις τα ξημερώματα της 17ης/30ής Μαΐου. Η μεραρχία κατάφερε μέχρι στις 0645 να καταλάβει τη γραμμή Λαγκαδιά-Σαγράδα-Μπλοκ Ροσέ, χωρίς να συναντήσει ισχυρή εχθρική αντίσταση. Συνελήφθησαν δεκαοκτώ Βούλγαροι αιχμάλωτοι και κυριεύτηκε μικρή ποσότητα πολεμικού υλικού. Οι απώλειες της Μεραρχίας ανήλθαν σε 32 νεκρούς και 113 τραυματίες.
Η νίκη των ελληνικών δυνάμεων στη μάχη του Σκρα αποτέλεσε την πρώτη σημαντική συμβολή του Ελληνικού Στρατού στη συμμαχική προσπάθεια κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, προκαλώντας ιδιαίτερα θετική εντύπωση στους Συμμάχους.
Η μάχη της Δοϊράνης εντασσόταν στο ευρύτερο σχέδιο διάσπασης του Μακεδονικού Μετώπου του αρχιστρατήγου Φρανσέ ντ’ Εσπερέ, διοικητή της Συμμαχικής Στρατιάς Ανατολής.Το σχέδιο προέβλεπε κύρια επίθεση στην περιοχή Ντοπροπόλιε-Βέτερνικ-Κόζιακα και δύο δευτερεύουσες, μία στον τομέα Αξιού-Δοϊράνης και μία στον τομέα του Στρυμόνα.
Στον τομέα Αξιού-Δοϊράνης θα δρούσε η Βρετανοελληνική Στρατιά, υπό τον στρατηγό Μιλν, αποτελούμενη από δύο σώματα Στρατού. Στην τοποθεσία αμύνονταν τμήματα της 1ης Βουλγαρικής Στρατιάς. Η περιοχή μεταξύ του Αξιού ποταμού και της Δοϊράνης συνιστούσε μια ισχυρά οργανωμένη τοποθεσία, με πολυάριθμα βαθιά χαρακώματα και πλατιές ζώνες συρματοπλέγματος.
Το 12ο Σώμα Στρατού εκδήλωσε την επίθεσή του στις 5/18 Σεπτεμβρίου 1918, με την 22η Βρετανική Μεραρχία αριστερά και τη Μεραρχία Σερρών στα δεξιά, κατά της αμυντικής τοποθεσίας του υψώματος Πυραμίδα (Γκράν Κορονέ). Ο αγώνας υπήρξε σκληρός με βαρύτατες και από τις δύο πλευρές απώλειες. Η Μεραρχία Σερρών κατά την επίθεσή της κατάφερε να προωθηθεί εντός της εχθρικής τοποθεσίας, καταλαμβάνοντας τους πρώτους αντικειμενικούς σκοπούς, δηλαδή τα υψώματα Δοϊράνης, Τέτον και 340. Συνεχίζοντας την επίθεση, το 1ο Σύνταγμα Σερρών επιτέθηκε εναντίον του υψώματος Χιλτ. Όμως η 22η Βρετανική Μεραρχία συνάντησε σθεναρή εχθρική αντίσταση και, παρ’ όλο που ενισχύθηκε με το 3ο Σύνταγμα Σερρών, δεν κατάφερε να προωθηθεί εντός της εχθρικής τοποθεσίας. Τελικά η βρετανική μεραρχία αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφήνοντας ακάλυπτο το αριστερό πλευρό του 1ου Συντάγματος Σερρών, το οποίο συμπτύχθηκε για να μην αποκοπεί.

Στις 6/19 Σεπτεμβρίου το 12ο Σώμα Στρατού συνέχισε την επίθεσή του στο δυτικό τμήμα της λίμνης Δοϊράνης, χωρίς όμως επιτυχία. Η Μεραρχία Σερρών, παρά τα συνεχή πυρά του εχθρικού πυροβολικού, κατάφερε να καταλάβει το ύψωμα Χιλτ. Όμως και πάλι η αποτυχία της βρετανικής μεραρχίας αλλά και η ενίσχυση των βουλγαρικών τμημάτων είχαν ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση των εχθρικών δυνάμεων εναντίον του Χιλτ, την ανακατάληψή του από τα βουλγαρικά τμήματα και τη σύμπτυξη της ελληνικής Μεραρχίας. Τελικά το 12ο Σώμα Στρατού διέκοψε τις ενέργειές του και συμπτύχθηκε στις αρχικές θέσεις εξορμήσεως. Οι απώλειες της 22ης Βρετανικής Μεραρχίας ανήλθαν σε 165 αξιωματικούς και 3.155 οπλίτες νεκρούς και τραυματίες και των Ελλήνων σε 173 αξιωματικούς και 2.514 οπλίτες.
Παράλληλα, το 16ο Βρετανικό Σώμα Στρατού εξαπέλυσε την επίθεσή του στις 0300 της 5ης/18ης Σεπτεμβρίου, ανατολικά της λίμνης Δοϊράνης κατά του τομέα της Μπλάνγκα Πλάνινα. Την επίθεση ανέλαβε εξ ολοκλήρου η Μεραρχία Κρήτης, καλυπτόμενη από δεξιά από την 84η Ταξιαρχία της 28ης Βρετανικής Μεραρχίας. Η ελληνική Μεραρχία επιτέθηκε με δύο Συντάγματα στην πρώτη γραμμή, το 9ο και το 29ο. Τα ελληνικά τμήματα κατόρθωσαν να διανοίξουν διαδρόμους στα εχθρικά συρματοπλέγματα και να εισχωρήσουν σε μικρό βάθος εντός της εχθρικής αμυντικής τοποθεσίας. Δέχτηκαν όμως σφοδρότατα πυρά πυροβολικού και πεζικού, καθώς και αλλεπάλληλες αντεπιθέσεις, και καθηλώθηκαν. Παρά την ενίσχυσή τους δεν επιτεύχθηκαν σημαντικά αποτελέσματα. Την επομένη επικράτησε ηρεμία στον τομέα και σταδιακά άρχισε η αντικατάσταση των ελληνικών τμημάτων πρώτης γραμμής.
Οι απώλειες της Μεραρχίας Κρήτης ανήλθαν σε 10 αξιωματικούς και 96 οπλίτες νεκρούς και 34 αξιωματικούς και 540 οπλίτες τραυματίες, ενώ των Βρετανών ανήλθαν σε 100 νεκρούς και τραυματίες.
Η επίθεση της Βρετανοελληνικής Στρατιάς στην περιοχή της Δοϊράνης είχε αποτύχει, αφού οι απώλειες ήταν μεγάλες και τα εδαφικά και τακτικά κέρδη ελάχιστα. Σύμφωνα με το Γενικό Επιτελείο, η κύρια αιτία της αποτυχίας ήταν η ανεπαρκής και αναποτελεσματική υποστήριξη των ελληνικών δυνάμεων από το βρετανικό πυροβολικό.
Η συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας και της Τουρκίας σήμανε την παύση των εχθροπραξιών στα Βαλκάνια. Ακολούθησε η Συνδιάσκεψη των Παρισίων, κατά την οποία υπογράφτηκαν η συνθήκη των Βερσαλλιών, μεταξύ των Συμμάχων και της Γερμανίας, η συνθήκη του Αγίου Γερμανού, μεταξύ των Συμμάχων και της Αυστρίας, η συνθήκη του Νεϊγύ, μεταξύ των Συμμάχων και της Βουλγαρίας και η συνθήκη των Σεβρών, μεταξύ των Συμμάχων και της Τουρκίας.
Με τις συνθήκες Νεϊγύ και Σεβρών επιδικάστηκαν στην Ελλάδα ολόκληρη η Θράκη μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος, ενώ παράλληλα της παραχωρήθηκαν κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή της Σμύρνης, στα παράλια της Μικράς Ασίας- υλοποιώντας την πλειοψηφία των ελληνικών διεκδικήσεων, δημιουργώντας προσωρινά την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών.
huffingtonpost.gr
Table of recent publications
of the author Konstantine Konstantinidis
(So we fought in
Troy ) «ΕΤΣΙ ΠΟΛΕΜΗΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΤΡΟΙΑ”
https://amphiktyon.org/pdf/etsi_polemisame_stin_troia.pdf
(Hellene
in chains) «ΕΛΛΗΝΑΣ
ΔΕΣΜΩΤΗΣ
http://amphiktyon.org/wp-content/uploads/2017/10/ellinas-desmwtis.pdf
(Universe the wedding bed of Zeus and Hera) «ΣΥΜΠΑΝ ΤΟ
ΝΥΦΙΚΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΡΑΣ»
http://amphiktyon.org/pdf/sympan.pdf
Links of nine volumes of poems
https://1drv.ms/w/s!Ahb3JkdTmgWMhSNgMraUKDFceB_1?e=DZSz3N
http://amphiktyon.org/pdf/tomos_a.pdf
http://amphiktyon.org/pdf/tomos_b.pdf
http://amphiktyon.org/pdf/tomos_c.pdf
http://amphiktyon.org/pdf/tomos_d.pdf
http://amphiktyon.org/pdf/tomos_e.pdf
http://amphiktyon.org/wp-content/uploads/2017/10/tomos_st.pdf
http://amphiktyon.org/wp-content/uploads/2019/07/tomos.z.pdf
https://1drv.ms/w/s!Ahb3JkdTmgWMhSNgMraUKDFceB_1?e=DZSz3N
https://1drv.ms/u/s!AmdBnUJ_RZ8cczDCOcLry_7X-7M?e=6dxp34
The author Konstantine Konstantinidis- Amphiktyon
Major General (Ret)
Member of the Hellenic Literature
Association
http://amphiktyon.blogspot.com/
e-mail: amphiktyon@gmail.com